συνεντεύξεις Svoradov Theatre

Συνέντευξη για την performance SILENCIO στον Luca Curci, για το Itsliquid.com (2017)

Svoradov is a name of a street in Bratislava/Slovakia where the idea of the making of the group was conceived. Svoradov Theatre is a group (nowadays working mainly as a duet) where artists collaborate to experiment in all fields of art. Founder of the group is the PhD student of theatrical studies and director Triantafyllos Bostantzis. Main performer of the group is actor and writer Ioanna Lioutsia. Svoradov’s works are Trachinae, Sophocle’s play (2016), Shattered Memory, performance on ancient greek vase paintings get into “life” (2015-2016), Fear of solitude and people, underground art drama (2015-2017), Breath, performance on Samuel Beckett’s shortest play (2015), Dada Soireè, dadaistic happening (2014).

Can you talk about your performance work? Which are your inspirations?

Triantafyllos Bostantzis – Silencio (also known as BREATH) is a performance based on Samuel Beckett’s minimal 25 seconds time play Breath. All human life is just a breath between two cries in rubbish. Other infuences, except Beckett, are David Lynch’s Mullholland Drive sequense in club “Silencio” and Theodor Adorno’s philosophical book Negative Dialectics. Lynch shows a world where all is “just a tape” and Adorno suggests that after Auschwitz “all culture is for rubbish”. In our performance female performer wraps herself with videotape (legs, body, face, eyes) while the masked male performer shows audience photos of concentration camps mixed with monuments of human civilization. At the end of the performance female wrapped performer cries/inhales/cries and falls (dies).

What is the message linked to the performance you have shown in VENICE INTERNATIONAL EXPERIMENTAL | OUT OF BORDERS? How is it connected to the theme of the event?

T.B. – Our performance touches the narrative of Auschwitz, where they died out millions of breaths and then there was silence. As Theodor Adorno says “the fact that Auschwitz happened despite all tradition of philosophy, art and science shows in a way that culture, civilization, spirit can not move and change people”. The message linked to the performance is the breath of civilization lost in the fumes of garbage. The performance is linked with Out Of Borders festival as it tries to “open new scenarios increasing people’s awareness of our world”. Concentration camps and Auschwitz is not too far away from our present world and it could be a horrifying reality if History will repeat itself as a farse.

What is your creative process like?

T.B. – History and its theatrical representations are our origins. We are stimulated by things that define our lives and we try to translate things that shape our reality into performing images. Most of the times we get help from books, plays, movies, tv, internet. Images of our routine life act like catalysts and transform everyday experience into performing art. Extremely essential for our work are Place and People, the 2 P’s. It is important where we perform our work and the level of audience’s commitment. Every performance of the same play is different depending on these 2 P’s.

Did you style change over the years? How?

T.B. – We begun as a theatrical group rehearsing classic and modern plays. Our theoretical background is set in Drama Department of School of Fine Arts in Aristotle University of Thessaloniki. Over the years, we changed our group to a more experimental collectiva on performance, installation and video art. We have performed dadaistic happenings, performing covers on ancient Greek tragedies, and creative adaptations of infamous plays such as Beckett’s Breath . Lately, we work as a performing duet (Triantafyllos Bostantzis, Ioanna Lioutsia) surrounded by various visual artists.

What role does the artist have in society? And the art?

T.B. – Artist should be/could be the indicator of the present, the eye of the society, one that tries to take concern of all aspects in life, one who shows people a transformed construction of reality, in order to help them approach traces of truth. As the matter of art is concerned, artist should be, in our opinion, a person who tries to experiment, pushing “constructive reality” beyond known limits to new fields, in order to motivate other people to become artists.

Συνεντεύξεις για την ΑΝΑΣΑ / ΜΠΕΚΕΤ -2015

απόσπασμα από συνέντευξη στη Ζωή Νικολαϊδου, Εξώστης

Ποια είναι πλέον η σχέση ηθοποιού-θεατή; Πώς εναλλάσσονται οι ρόλοι τους στις θεατρικές σας απόπειρες και πώς αντιδρά ο κόσμος σε αυτό;

Στόχος είναι να εισέλθει το κοινό στον κόσμο της παράστασης, μέσα σε φυσική ροή. Δεν θέλω να πιέσω τον θεατή, ούτε να τον “σπρώξω” στη σκηνή, όπως βλέπω να γίνεται σε αλλες παραστάσεις. Ο θεατής έχει έρθει για να δει κάτι που τον ενδιαφέρει αλλά χρειάζεται τον χώρο του. Εγώ θα προσπαθήσω να του δείξω όχι απλά “τι γίνεται” αλλά, όπως, λέει κι ο Λόρκα “τι Του γίνεται”, να διευρύνω τον χώρο μεταξύ σκηνής και κοινού. Αν ο χώρος διευρυνθεί έχει καλώς. Αν μέσα από τους θεατές προκύψουν και νέοι δημιουργοί -αυτό είναι το πραγματικό κέρδος. Είτε γιατί τους κινητοποιεί αυτό που είδαν είτε γιατί δεν τους άρεσε και θέλουν να φτιάξουν τον δικό τους χώρο. Για παράδειγμα, εγώ “μπήκα” στο χώρο του θεάτρου γιατί τα περισσότερα από αυτά που έβλεπα στο θέατρο μου φαίνονταν ψέμματα.

Στις 27 Ιανουαρίου κάνετε πρεμιέρα με την «Ανάσα» του Σάμουελ Μπέκετ στο Blackbox. Δύσκολος συγγραφέας, εκκεντρικός, στριφνός, επαναστατικός θα έλεγαν μερικοί, που χρήζει δυνατές ερμηνείες και εξοικειωμένο κοινό με το θέατρο του παραλόγου. Αποτελεί ένα στοίχημα για εσάς;

Στη δική μου ανάγνωση ο Μπέκετ δεν είναι εκκεντρικός ή στριφνός. Πιστεύω πως οι μεγάλοι συγγραφείς είναι απλοί και τους απασχολεί μόνο ένα θέμα. Αν με ρωτήσετε τι είναι αυτό που ενδιαφέρει τον Μπέκετ, θα δανειστώ τη φράση του Γάλλου θεωρητικού Jean-Francois Lyotard, ότι τον απασχολεί η “παρουσίαση του μη παρουσιάσιμου”. Δεν πιστεύω ότι ο Μπέκετ έχει τοσο μεγάλη σχέση με το θέατρο του παραλόγου όσο με το κίνημα της Πρωτοπορίας. Από την άλλη, αν εννοείται πως είναι επαναστατικός σε επίπεδο φόρμας, τοτε ναι συμφωνώ, ως προς το περιεχόμενο όμως θα μπορούσε να κατηγορηθεί (κι έχει κατηγορηθεί) ακόμα και ως συντηρητικός. Πιστεύω ότι ο Μπέκετ είναι από τους σπαρακτικότερα ειλικρινείς ανθρώπους που πάτησαν στη γη. Μ’ ενδιαφέρει αυτή η ειλικρινεια όπως μ’ ενδιαφερει κι η πρωτοπορία. Κάποιος, σ’ όλα τα πράγματα, άρα και στην τέχνη, πρέπει να κάνει την αρχή, και θα ήθελα είμαι εγώ αυτός.

Με ένα εισιτήριο ο θεατής μπορεί να παρακολουθήσει την παράσταση όσες φορές θέλει. Είμαστε η γενιά του γρήγορου και του απλού και δεχόμαστε την πληροφορία ξανά και ξανά. Αφομοιώνουμε από την επανάληψη. Τι θέλετε να αφομοιώσει ο θεατής φεύγοντας;

Θα προτιμούσα το “αναστοχαστεί” από το “αφομοιώσει”. Να στοχαστεί από που ξεκινάνε ολα, ποια είναι η προέλευση της κατάστασης που ζούμε μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο. Ο “Γκοντό” και η “Ανάσα” δεν θα γραφόταν αν δεν υπήρχε το Άουσβιτς και η Τρεμπλίνκα. Στα στρατόπεδα συγκέντρωσης δεν πέθανε απλά το άτομο αλλά το αντιπροσωπευτικό δείγμα του είδους “άνθρωπος”. Στο “Τέλος του παιχνιδιού” ο Μπέκετ λέει ότι “δεν υπάρχουν πια τόσο πολλά που πρέπει να φοβάται κανείς”. Αυτή η φράση έρχεται κατ’ ευθείαν από τα στρατόπεδα… Όσο για το ποια γενιά είμαστε πιστεύω ότι είμαστε η γενιά της εικόνας χωρίς αναστοχασμό και χωρίς διαλεκτική σκέψη. Η επανάληψη μας χρειάζεται όχι γιατί είμαστε χαζοί, αλλά γιατί είμαστε ψυχροί: η βασική αρχή της αστικής υποκειμενικότητας.


απόσπασμα από συνέντευξη στο cityculture.gr

Τι είδους πρότζεκτ είναι το έργο «Τη Μοναξιά και τους Ανθρώπους να φοβάσαι» που θα ανεβάσετε για λίγες παραστάσεις στο Υπόγειο του Coo BarΗ «Μοναξιά» είναι ένα βιωματικό έργο της Ιωάννας Λιούτσια, μια νέας ταλαντούχας ποιήτριας που με το κείμενο αυτό «εισβάλλει» με τόλμη κι επιτυχία στο χώρο της θεατρικής λογοτεχνίας. Αυτό άλλωστε αποδεικνύει και το δεύτερο βραβείο στον διαγωνισμό συγγραφής θεατρικού έργου του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Βορείου Αιγαίου. Η παράσταση της «Μοναξιάς» στο Coo είναι μια προσπάθεια επιστροφής στην χαμένη παιδικότητα μέσα από τις «μικρές τραγωδίες» της ζωής. Πέρα όμως από τα βιωματικά και οπωσδήποτε μετα-μορφωμένα επεισόδια της αφήγησης, κυοφορείται η γραμμική ιστορία μιας γυναίκας έγκλειστης για κάποιο έγκλημα που έχει διαπράξει. Η κατάτμηση της αφήγησης τούτου του εγκλήματος φέρνει στο (σκοτεινό) φως την ζωή αυτης της γυναίκας. Κι ολα αυτά, υπό τους ήχους της μουσικής Techno της δεκαετίας του ’90, μιας δεκαετίας που πολλαπλασίασε τους μύθους και «επέβαλλε» την φρικιαστική πραγματικότητα που βιώνουμε σήμερα. Η «Μοναξιά» ειναι ένα πρότζεκτ για το ψέμμα που γαλούχησε μία ολόκληρη γενιά, δοσμένη πάντα μέσα από το προσωπικό πρίσμα της εξατομικευμένης, και πολλές φορές θραυσματικής πρόσληψης της πραγματικότητας.

Γιατί δεν επιλέξατε έναν θεατρικό χώρο για το ανέβασμα της παράστασης; Θεωρήσαμε ότι ο μετα-βιομηχανικός χώρος του Coo προωθεί τον πειραματισμό που ευαγγελίζεται η ομάδα και την αντισυμβατικότητα που απαιτεί το έργο. Το locus (ο σκηνικός χώρος) του έργου είναι ουσιαστικά ένας ου-τόπος, μια ουτοπία που «χάσκει» ανάμεσα στο ψυχιατρείο, τη φυλακή και το υποσυνείδητο της παιδικής ηλικίας. Με λίγα λόγια ενδιαφερόμασταν για έναν υπόγειο παρακμοιακό χώρο εγκλεισμού που να λειτουργεί όμως εκτός από το ρεαλιστικό και στο συμβολικό επίπεδο, και το υπόγειο του Coo μας προσέφερε αυτήν την δυνατότητα. Έχουμε ξαναπαίξει εδώ το Crave της Sarah Kane και η αισθητική της προβληματικής του έργου αυτού δεν ήταν μακριά από την «Μοναξιά». Κάτι που ειναι δοκιμασμένο το επανεπιλέγεις…

απόσπασμα από συνέντευξη στο trolleimagazine

Πως βλέπετε τα πράγματα στην θεατρική δραστηριότητα της πόλης μας;

Τ.Μ.Βλέπουμε πολλές μικρές ομάδες που προσπαθούν να επιβιώσουν οικονομικά και να δημιουργήσουν καλλιτεχνικά. Αυτό είναι κάτι που από τη μία μας γεμίζει με αισιοδοξία αλλά από την άλλη μας προβληματίζει, υπενθυμίζοντάς μας την ανάγκη για την εγκαθίδρυση μιας καλλιτεχνικής πλατφόρμας, όπου όλες αυτές οι ομάδες θα μπορούσαν να συνεργαστούν και να ανταλλάξουν ερεθίσματα και εμπειρίες προς όφελος όλων.

Ι.Λ. Ήδη πιστεύουμε πως η πορεία προς τη δημιουργία αυτής της πλατφόρμας έχει ξεκινήσει, καθώς υπάρχει ομόνοια και αλληλοϋποστήριξη μεταξύ των ομάδων. Αυτό που μένει είναι να έχουν και την υποστήριξη του κοινού.

απόσπασμα από συνέντευξη στον Εξώστη

Ι.Λιούτσια: (ενν.το έργο) Προέκυψε με τρόπο φυσικό και πηγαίο. Η πρώτη γραφή δεν ελέγχθηκε από κανέναν μηχανισμό λογικής και αυτολογοκρισίας. Ήταν θέματα, μοτίβα, στίχοι αν θέλετε, που τριγυρνούσαν πολύ καιρό στο μυαλό μου. Υπάρχουν στιγμές που νιώθεις “εύφορος” και τότε όλα αυτά που ήταν κρυμμένα μέσα σου, ξεπηδούν κι έρχονται στην επιφάνεια. Από το υποσυνείδητο στο συνειδητό κομμάτι της γραφής, κάποια πράγματα αλλάζουν αλλά δεν προδίνεις τον εαυτό σου γιατί είναι το μόνο που έχεις. Αυτό είναι και το θέμα του έργου. Το να ξέρεις ποιος είσαι, από πού ήρθες, πού πας και τι περιμένεις από τους άλλους γύρω σου.

Ο Άλλος είναι ο τρόπος μας για να υπάρχουμε, και ταυτόχρονα η πιο αδιάσειστη απόδειξη που έχουμε. Στο πρώτο σημάδι αμοιβαιότητας που μας δίνει ο Άλλος, επενδύουμε όλη τη φυσική μας ορμή για ζωή, χωρίς μέτρο. Ζούμε μόνο για τον Άλλον και χάρη στον Άλλον. Τα δίνουμε και τα παίρνουμε όλα: την ασφάλειά μας, τα σχέδιά μας, τις ελπίδες και τις αναμνήσεις μας. Είμαστε έτοιμοι για όλα, ακόμη και για το θάνατο για χάρη του Άλλου.

Τον κεντρικό αυτό άξονα χτίζουν όλα εκείνα που θεωρούμε μικρά αλλά αποδεικνύονται καθοριστικά για την ζωή μας, όπως η παγίδευση ανάμεσα στην παιδικότητα και την ενήλικη ζωή, η καταπίεση από το οικογενειακό περιβάλλον, ο φόβος να εκφραστούμε για να μην μας κρίνουν. Όλα αυτά είναι που οδηγούν τελικά τον Α ( οι χαρακτήρες του έργου δεν έχουν όνομα) στο ψυχιατρείο.

Πρόκειται για ένα έργο ποιητικό, με ρεαλιστικά και βιωματικά στοιχεία. Ένα έργο, που όπως θα έλεγε και ο Βασίλης Ραφαηλίδης, ανήκει στην “μικρή, καθημερινή τέχνη” , που ακριβώς λόγω αυτού του προσωπικού – όχι όμως εξομολογητικού – χαρακτήρα της, μπορεί δυνάμει ν’ αποκτήσει καθολικές διαστάσεις.

Συνεντεύξεις για τις ΤΡΑΧΙΝΙΕΣ/ΣΟΦΟΚΛΗ:the 90s performance – 2016

απόσπασμα συνέντευξης στην Αδαμαντία Ξηρίδου για τις Σκηνοβασίες

─H δράση της ομάδας δεν περιορίζεται στην κλασική μορφή παραστάσεων κάποιων κειμένων. Πώς περίπου δουλεύετε; Έχετε ένα σχέδιο από πριν ή βγαίνει μέσα από τις πρόβες ή άλλες διεργασίες των μελών της ομάδας;

Το θέατρο στις μέρες μας είναι μια μετα-γλώσσα, μια σύνθεση τεχνοτροπιών, σημείων, ιστοριών. Κάθε παράσταση είναι μια διασκευή. Κάθε παράσταση είναι ένα μετα-κείμενο που βασίζεται στο αρχικό κείμενο του συγγραφέα, στις περιπτώσεις που υπάρχει τέτοιο. Η δουλειά γίνεται ως εξής: Βρίσκουμε το κείμενο που μας αρέσει και μετά το μετακινούμε πάνω στον άξονα ο οποίος μας ενδιαφέρει κι ο οποίος μπορεί να αφορά και το κοινό. Στις “Τραχίνιες” για παράδειγμα κινούμαστε πάνω στον άξονα Έρωτας-Ιστορία. Οι πρόβες είναι πολύ σημαντικές. Δεν τις ξεχωρίζουμε από τις παραστάσεις. Κάθε πρόβα είναι μια εν δυνάμει παράσταση, είναι η μήτρα που γεννάει τις ιδέες, τις εικόνες, τις δράσεις. Η σκέψη πάνω στην πρόβα που έχει συμβεί είναι πολυ σημαντική. Κάθε πρόβα δεν έρχεται να προστεθεί αθροιστικά στην προηγούμενη αλλά πολλαπλασιαστικά, γιατι έχει μεσολαβήσει η ανατροφοδότηση μέσω της σκέψης σε ότι έχει προηγηθεί.

─Στους συντελεστές δεν βλέπουμε όνομα για τον σκηνοθέτη; Υποκαθίσταται, δεν υφίσταται ή τι άλλο;
Ενδιαφέρουσα ερώτηση που μου δίνει τη δυνατότητα να μιλήσω για το θέμα της σκηνοθεσίας. Η παράσταση συνδιαμορφώθηκε με την Ιωάννα Λιούτσια, την περφόρμερ και μεταφράστρια του έργου. Γενικότερα, πιστεύω ότι ο σκηνοθέτης δεν δρα αυτοβούλως αλλά συνθέτει, συγκροτεί, συνδιαμορφώνει, διασταυρώνεται και αντιπαρατίθεται με τους υπόλοιπους συντελεστές και το υλικό του. Δεν παύει όμως να είναι κι αυτος που φέρει την κύρια ευθύνη για το αισθητικό αποτέλεσμα. Έχω ολοκληρώσει τον κύκλο σκηνοθεσίας στο τμήμα Θεάτρου του Α.Π.Θ., κι εκεί εκπαιδεύτηκα να θεωρώ ότι ο τίτλος του “σκηνοθέτη” είναι προτιμότερο να χρησιμοποιείται με φειδώ και σκέψη. Στη συγκεκριμένη παράσταση είχα την ιδέα, το όραμα αν θέλετε, αλλά θεωρώ ότι η καλλιτεχνική υλοποίηση, η σκηνοθεσία του έργου, συναποφασίστηκε από κοινού με τους υπόλοιπους συντελεστές: κι εννοώ εκτός από την Ιωάννα, τον Μιχάλη Γιαγκουνίδη που επιμελήθηκε τα βίντεο αλλά και την Ζαμπία Πατεράκη που βοήθησε στο στήσιμο της αρχικής εκδοχής του έργου που παρουσιάστηκε στο Scratch night του Bob Festival, στην Αθήνα.

απόσπασμα συνέντευξης στην Κατερίνα Ράβναλη για τον Εξώστη

Στον τίτλο της παράστασης δηλώνεται ότι είναι μια performance, και μάλιστα performance του 90ς.Γιατί επιλέξατε να επικοινωνήσετε τις Τραχίνιες μέσω μιας performance;Και η δεκαετία του 90,τι ρόλο παίζει στην παράσταση;

Ιωάννα: Η περφόρμανς είναι ένα είδος πολύ κοντά σ’ αυτό που συνηθίζουμε να κάνουμε ως ομάδα. Ποτέ οι παραστάσεις μας δεν είναι η έννοια της παράστασης, όπως καθιερωμένα την έχουμε στο μυαλό μας. Η περφόρμανς επιτρέπει την εμφάνιση του τρίπτυχου είμαι – δρω – γίνομαι. Ταυτόχρονα, θέλαμε να εστιάσουμε κυρίως στο πρόσωπο της Δηιάνειρας και όχι στο σύνολο του έργου, οπότε η περφόρμανς βοηθά να ευδοκιμήσει κάτι τέτοιο.

Ποια είναι η ομάδα Svoradov και ποιος ο σκοπός δημιουργίας της;

Τριαντάφυλλος: Η ομάδα Svoradov Theatre δραστηριοποιείται από το 2014 στον χώρο των παραστατικών τεχνών, της ποίησης, της μουσικής και των εικαστικών, σε θεωρητικό αλλά κι εφαρμοσμένο επίπεδο. Σκοπός της δημιουργίας της είναι οι εναλλακτικές μορφές παραστασιακών επιτελέσεων.

Ιωάννα: Μας ενδιαφέρει πολύ η αλήθεια στο θέατρο, όπως μπορεί αυτήν να την εννοήσει ο καθένας. Μας νοιάζει το απροσδόκητο, το ξάφνιασμα , η αμηχανία του θεατή. Αυτά είναι τα στοιχεία που εκτιμούμε κι εμείς οι ίδιοι ως θεατές σε μια παράσταση.

Ποια είναι η δομή της ομάδας; Τα μέλη της ομάδας είναι σταθερά ή αλλάζουν, ανάλογα με τις ανάγκες των παραστάσεων; Πως επηρεάζει αυτό, την δουλειά σας ως ομάδα;

Τριαντάφυλλος: Η ομάδα είναι συνεχώς “εν δυνάμει”. Αλλάζει μορφή συνεχώς αλλά θα έλεγα ότι οι κύριοι συντελεστές της είναι η Ιωάννα κι εγώ. Η δυναμική αυτή καθρεφτίζεται και στις παραστάσεις μας καθώς κινούμαστε σε διαφορετική είδη και θέματα κάθε φορά. Αν βαρεθούμε εμείς θα βαρεθεί και το κοινό.

Και τέλος. Δώστε μας μια γεύση από τον κόσμο σας. Πείτε μας κάποιες ταινίες, μουσικές, εικόνες, καλλιτέχνες και άλλα ερεθίσματα που σας έχουν στιγματίσει;

Ιωάννα: Για να δούμε… Θα τα πω σκόρπια όπως μου έρχονται στον νου… Ο Ευγένιος Τριβιζάς, ο Κωνσταντίνος Καβάφης, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ο Κουεντίν Ταραντίνο για τις εναλλαγές ρυθμού του, ο Wes Anderson για το παραμύθι του και ο David Lynch για τον πειραματισμό του. Ο Monet, ο Friedrich,ο Heiner Muller, η Κάρμεν, ο Βιβάλντι, ο Λεονάρντο ντα Βίντσι και πάνω απ’ όλα, η ρεμπέτικη μουσική.

Τριαντάφυλλος: Πολύ προσωπική ερώτηση (γέλιο). Σκόρπια κι εγώ, θα πω ονόματα όπως: Lynch, Kubrick, Tarantino από τον χώρο του σινεμά, Τσαϊκόφσκι, Peter Hammill και η εναλλακτική μουσική του τέλους της δεκαετίας του ’70, ο Τζακ Κέρουακ από την ποίηση, ο Heiner Muller από το θέατρο και ο εικαστικός Cy Twombly.

απόσπασμα συνέντευξης στην Κική Κιρτικίδου, στο orathessaloniki.gr

Τί είναι πιο δύσκολο για έναν ηθοποιό να παίζει αρχαία ελληνική τραγωδία ή να συμμετέχει σε ένα σύγχρονο ελληνικό έργο;
Ι.Λιούτσια: Η αλήθεια είναι πως λόγω παιδείας αλλά ίσως και λόγω προγονολατρείας φοβόμαστε να αγγίξουμε ή να παίξουμε σε αρχαίες τραγωδίες. Φοβόμαστε να αντιμετωπίσουμε αυτά τα μεγέθη, πράγμα που πιστεύω πως δεν θα συνέβαινε εάν ήμασταν από μια άλλη χώρα. Δεν είναι τυχαίο που πολλές φορές οι παραστάσεις τραγωδίας ξένων θιάσων είναι πολύ πιο «ζωντανές» σε σχέση με τις ελληνικές. Νιώθουμε να κουβαλάμε ένα ασήκωτο φορτίο που δεν ξέρουμε σε ποιον ώμο να το στηρίξουμε για να το σηκώσουμε. Η δική μου άποψη – και αυτό που πρεσβεύουμε και μέσα από την παράσταση των Τραχινίων – είναι πως πρέπει να κατεβάσουμε αυτό το φορτίο από τους ώμους μας και να το πάρουμε στα δυο μας χέρια, όχι σαν κάτι ξένο που έπεσε στις πλάτες μας από τον ουρανό αλλά ως μια σκυτάλη που μας παραδόθηκε σε μια σκυταλοδρομία. Στη σκυταλοδρομία του χρόνου μέσα στον ίδιο χώρο. Ο φόβος δεν απελευθερώνει, αλλά κλειδώνει, κι όσο κλειδώνεται ένας ηθοποιός ποτέ δεν θα μπορέσει να βρει την σύνδεση ανάμεσα σ’ αυτόν και στον ρόλο αλλά ανάμεσα και σ’ αυτόν και στο κοινό. Όσον αφορά στα σύγχρονα ελληνικά έργα, δεν μπορώ να πω κάτι με σιγουριά, η εμπειρία μου είναι ελάχιστη ακόμη και ως θεατής τέτοιων έργων, δεν παίζονται και πολύ συχνά άλλωστε. Πιστεύω πάντως πως τα σύγχρονα νεοελληνικά έργα είναι πιο κοντά στον άνθρωπο, αν δεν ομφαλοσκοπούν, οπότε ο ηθοποιός μπορεί να ακουμπήσει πάνω τους.



Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )


Connecting to %s